ευμετάβολος

ευμετάβολος
ος , ον см. ευμετάβλητος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ευμετάβολος" в других словарях:

  • εὐμετάβολος — changeable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμετάβολος — η, ο (ΑΜ εὐμετάβολος, ον) 1. ο ευμετάβλητος («τὰ βέβαια ταῡτα ἤθη καὶ οὐκ εὐμετάβολα», Πλάτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το ευμετάβολο(ν) η ευμεταβλησία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μετα βολή (< μεταβάλλω)] …   Dictionary of Greek

  • ευμετάβολος — η, ο βλ. ευμετάβλητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐμεταβολώτερον — εὐμετάβολος changeable masc acc comp sg εὐμετάβολος changeable neut nom/voc/acc comp sg εὐμετάβολος changeable adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλως — εὐμετάβολος changeable adverbial εὐμετάβολος changeable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμετάβολον — εὐμετάβολος changeable masc/fem acc sg εὐμετάβολος changeable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβολώτερος — εὐμετάβολος changeable masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλοις — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλου — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλους — εὐμετάβολος changeable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταβόλων — εὐμετάβολος changeable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»